Συνέντευξη
Μέρος 1ο | Εισαγωγή
Η συλλογή των μουσικών οργάνων που έχω αντανακλά, σε μεγάλο βαθμό, τη δική μου διαδρομή μέσα στη μουσική όλα αυτά τα χρόνια. Ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και συνεχίζει μέχρι σήμερα, μεγαλώνοντας διαρκώς και εμπλουτιζόμενη με καινούργια όργανα.
Τα όργανα αυτής της συλλογής εκπροσωπούν τις τροπικές μουσικές παραδόσεις που συναντάμε στη βορειοδυτική Αφρική, στη Μέση Ανατολή, στα Βαλκάνια, στη Μικρά Ασία, στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία, στη Βόρεια και Νότια Ινδία, ακόμη και στις δυτικές επαρχίες της Κίνας· δηλαδή σε έναν ευρύ γεωγραφικό χώρο όπου συναντά κανείς την πλειονότητα των τροπικών μουσικών ιδιωμάτων.
Για μένα, σε όλα τα όργανα με τα οποία ασχολήθηκα έμπρακτα, υπήρχε πάντοτε τουλάχιστον ένας δάσκαλος. Ταυτόχρονα όμως, είχα και το ίδιο το όργανο ως «δάσκαλο». Η δική μου προσέγγιση στη μουσική και στα διάφορα μουσικά ιδιώματα που με ενδιέφεραν δεν ήταν καθαρά θεωρητική. Αυτό που με βοήθησε ουσιαστικά να μάθω πράγματα από τις διάφορες μουσικές παραδόσεις με τις οποίες ασχολήθηκα, ήταν το ίδιο το όργανο· ήταν το μέσο μέσα από το οποίο προσέγγιζα μια μουσική παράδοση για να τη γνωρίσω. Έτσι, σταδιακά, απέκτησα έναν ολοένα και σημαντικότερο αριθμό μουσικών οργάνων. Πολλοί συνεργάτες και φίλοι μού χάριζαν μουσικά όργανα, ενώ άλλα τα αποκτούσα στα ταξίδια μου, από καθαρό ενδιαφέρον για το ίδιο το όργανο, ακόμη κι αν δεν επρόκειτο για κάτι που έπαιζα εγώ ο ίδιος.
Σήμερα, λοιπόν, έχω φτάσει στο σημείο να διαθέτω μια συλλογή περίπου τριακοσίων μουσικών οργάνων, από τα οποία τα περισσότερα εκτίθενται εδώ, στο Μουσικό Εργαστήρι Λαβύρινθος. Η συλλογή αυτή αποτελείται κυρίως από όργανα σύγχρονης κατασκευής. Υπάρχουν βέβαια και κάποια παλαιότερα όργανα, όμως η πλειονότητα είναι όργανα που κατασκευάζονται μέχρι και σήμερα.
Αυτό αποτελεί και έναν από τους βασικούς μου στόχους: με ενδιαφέρει πολύ να μπορεί ένας μουσικός να έρθει, να δει ένα όργανο και να αναρωτηθεί «πού μπορώ να το βρω;», και να μπορώ να του απαντήσω συγκεκριμένα πού μπορεί να απευθυνθεί. Όχι να δημιουργήσουμε μια συλλογή από σπάνια, παλαιά όργανα, απρόσιτα στους μουσικούς. Αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα ενδιαφέροντά μας.
Μέρος 2ο | Η Λύρα με Συμπαθητικές Χορδές
Από το 1975, από τη στιγμή που ήρθα στην Κρήτη, ξεκίνησα να ασχολούμαι με την κρητική λύρα. Η πρώτη λύρα που είχα ήταν ακριβώς όπως τη γνωρίζουμε σήμερα στην Κρήτη· ένα όργανο που διαμορφώθηκε κυρίως από κάποιον «Παπαδάκη» και στη συνέχεια από τον Μανώλη Σταγάκη, περίπου στα μέσα του 20ού αιώνα. Παρά το γεγονός ότι διατηρεί όλα τα βασικά χαρακτηριστικά της λύρας, φέρει επιρροές από την κατασκευή του βιολιού: διαθέτει μια ταστιέρα κάτω από τις χορδές, το κεφάλι είναι καράουλος όπως στο βιολί, και φέρει συνήθως τέσσερα κλειδιά για τρεις χορδές. Οι χορδές παίζονται με το αριστερό χέρι με το νύχι και με το δεξί χέρι με το δοξάρι. Η απόσταση από τον έναν καβαλάρη στον άλλο είναι 29 εκατοστά. Η λύρα αυτή κρατιέται στο πλάι του ποδιού, γεγονός που επιτρέπει μεγάλη ευχέρεια σε μεμονωμένες κινήσεις των δακτύλων και χρησιμοποιεί την τεχνική της περιστροφής του οργάνου, ανάλογη με τα spike fiddles, όπου περιστρέφεται το όργανο αντί του δοξαριού. Παρόλα αυτά, η τεχνική αυτή περιορίζει την κίνηση σε παρακάτω θέσεις, αφού το όργανο πρέπει να κρατιέται σταθερά.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, άρχισα να ασχολούμαι με τη λύρα πολίτικη, ένα όργανο που συνηθίζεται στη σημερινή Τουρκία. Η πολίτικη λύρα μοιάζει με την κρητική αλλά είναι πιο μικρή και διαθέτει τρία μεγάλα κλειδιά για τις κύριες χορδές, χωρίς πάνω καβαλάρηδες, με τις χορδές να εκτείνονται κατευθείαν από τα κλειδιά στον κάτω καβαλάρη. Η μεσαία χορδή είναι 29 εκατοστά, όπως στην κρητική λύρα, ενώ η πρώτη και η τρίτη είναι κοντύτερες (25,5–26 εκατοστά). Το όργανο κρατιέται ανάμεσα στα δύο πόδια και η κίνηση των δακτύλων περιορίζεται, ενώ οι μεταβάσεις στις παρακάτω θέσεις γίνονται με κίνηση του καρπού. Η διαφορά αυτή στα διαστήματα με δυσκόλεψε στην εναλλαγή των δύο οργάνων, με αποτέλεσμα να καταλήξω ότι αν προσπαθούσα να συνεχίσω με δύο λύρες θα ήμουν μέτριος και στις δύο. Έτσι, αποφάσισα να κρατήσω την κρητική λύρα, θέλοντας όμως να βρω τρόπο να ενσωματώσω και την τεχνική της πολίτικης λύρας σε ένα όργανο.
Μελετώντας τις παλαιότερες τεχνικές και των δύο παραδόσεων, ανακάλυψα ότι αρχικά οι λύρες κρατιούνταν στη μύτη, και όχι όπως σήμερα. Βρήκα ότι, κρατώντας το όργανο με αυτόν τον τρόπο, μπορούσα να χρησιμοποιήσω και την τεχνική της πολίτικης λύρας με το χέρι ελεύθερο, αλλά και την «κρητική» τεχνική, των μεμονωμένων δακτύλων. Ξεκίνησα πειράματα με μια παλιά κρητική λύρα άγνωστου κατασκευαστή που είχα βρει και επισκευάσει στο Ρέθυμνο και διαπίστωσα ότι μπορούσα σε αυτή τη λύρα, λόγω τους σχήματος, να χρησιμοποιήσω και τις δύο τεχνικές.
Αποφάσισα τότε να σχεδιάσω μια λύρα ειδικά για αυτόν τον σκοπό. Εμπνεύστηκα από παραδοσιακά όργανα της Κεντρικής Ασίας, της Ινδίας και της Βουλγαρίας, καθώς και από παλιούς λυράρηδες του Αποκόρωνα, οι οποίοι συχνά είχαν μια συμπαθητική χορδή κάτω από τη μεσαία χορδή, κουρδισμένη στο Μι, παράλληλα με τις κύριες χορδές Λα, Ρε, Σολ. Έτσι προέκυψε η ιδέα για μια λύρα με συμπαθητικές χορδές, στην οποία οι νότες κάθε χορδής αντιστοιχούσαν σε χορδές σε διαφορετικά επίπεδα, ώστε να μην παρεμποδίζονται από τα δάχτυλα.
Το 1991 δημιουργήθηκε η πρώτη λύρα αυτού του τύπου, με τρεις κύριες χορδές και δεκαοχτώ συμπαθητικές. Για τον σχεδιασμό των καβαλάρηδων τύπου τζαβάρι (jawari) εμπνευστήκαμε από την ινδική παράδοση· το 1992 επισκέφθηκα έναν οργανοποιό στο Νέο Δελχί που με βοήθησε στην κατασκευή τους. Η πρώτη αυτή λύρα έδωσε τη δυνατότητα να συνδυαστούν οι δύο τεχνικές παιξίματος – της κρητικής και της πολίτικης – με φυσικό τρόπο.
Το 2006 σχεδιάστηκε ένα δεύτερο μοντέλο λύρας με συμπαθητικές χορδές, προκειμένου να ενισχυθεί η χαμηλή περιοχή του ήχου. Με την επέκταση του σκάφους του οργάνου προς τα κάτω, ο καβαλάρης τοποθετήθηκε σε πιο κεντρική θέση, επιτρέποντας πλούσιο και γεμάτο ήχο. Η λύρα αυτή, κατασκευή του Στέλιου Πετράκη, είναι το όργανο που χρησιμοποιώ μέχρι σήμερα και έχει αποτελέσει τη βάση για πολλές ηχογραφήσεις μου.
Μέρος 3ο | Ο ήχος της Λύρας με Συμπαθητικές Χορδές
Ay Giz, του Jihangir Jihangirov (20 Ιουλίου 1921 – 25 Μαρτίου 1992), από το Azerbaijan
Μέρος 4ο | Το Νακ Τάρχου (Nak Tarhu)
Το 2001, όταν πήγα για πρώτη φορά στην Αυστραλία, μείναμε περίπου ένα μήνα, κάνοντας συναυλίες σε διάφορα μέρη. Σε αυτό το ταξίδι, με πήγαν σε έναν οργανοποιό στη μικρή πόλη Armadale, κοντά στο Sidney, που ονομάζεται Peter Biffin. Ο Peter ήταν πολύ γνωστός στην Αυστραλία, κατασκευάζοντας κυρίως αναγεννησιακά και μεσαιωνικά όργανα — θεόρβες, viola da gamba και άλλα παρόμοια, πολύ σύνθετα στην κατασκευή τους. Μου εξήγησε ότι κάποια στιγμή είχε συνεργαστεί με τον δεξιοτέχνη του sarangi από την Ινδία, Ram Narayan, για να επισκευάσουν παλιά sarangi από το Ρατζαστάν.
Στην πορεία, ο Peter ανακάλυψε και το yaylı tanbur από την Τουρκία, ένα όργανο που αρχικά ήταν νυκτό έγχορδο και μετατράπηκε σε τοξωτό, με μία πολύ μακριά χορδή 108 εκατοστών, ενώ οι υπόλοιπες χορδές ήταν συμπαθητικές. Από τη μία ενδιαφερόταν να δουλέψει με το yaylı tanbur, από την άλλη πειραματιζόταν με τα λεγόμενα cone resonators — κώνους σαν αυτούς των ηχείων, κατασκευασμένους από πολύ λεπτό ξύλο, για όργανα που παίζονται με δοξάρι.
Το πρώτο όργανο με το οποίο έκανε αυτά τα πειράματα ήταν το yaylı tanbur. Δημιούργησε ένα είδος yaylı tanbur με cone resonator και κυρτό καβαλάρη (long neck tarhu), με τέσσερις χορδές που παίζονται με δοξάρι, και πολύ μεγάλη έκταση: στα χαμηλά έφτανε την έκταση του βιολοντσέλου, ενώ στα ψηλά του βιολιού. Η τεχνολογία του κώνου επέτρεπε σε ένα σχετικά μικρό σκάφος να παράγει ένα πολύ μεγάλο εύρος συχνοτήτων, όπως ακριβώς ένα ηχείο αυτοκινήτου.
Εγώ πήρα ένα από αυτά τα όργανα και το χρησιμοποίησα πολύ, ενώ παράλληλα σκέφτηκα να φτιάξουμε ένα που να μπορεί να παιχτεί σαν λύρα. Αρχικά, ο Peter έφτιαξε το lyra tarhu (https://www.spikefiddle.com/lyra-tarhu), ένα όργανο με σκάφος μικρού μεγέθους, με μήκος χορδής 29 εκατοστά, που θα μπορούσα να παίξω με το αριστερό χέρι με το νύχι και με το δεξί χέρι με το δοξάρι. Δούλεψε πολύ καλά και το χρησιμοποίησα σε ηχογραφήσεις. Στη συνέχεια σχεδίασα μια προέκταση αυτού του οργάνου, το nak tarhu (https://www.spikefiddle.com/nak-tarhu-1), ένα όργανο με cone resonator όπως του Peter Biffin, αλλά με πέντε χορδές για δοξάρι και μεγαλύτερη έκταση, εκμεταλλευόμενος το εύρος που προσφέρει το σκάφος.
Στην αρχική λύρα τύπου tarhu (lyra tarhu) οι συμπαθητικές χορδές ήταν πολύ κοντές και δεν απέδιδαν καλά, οπότε στο nak tarhu αποφασίσαμε να τις κάνουμε σχεδόν διπλάσιες, με καβαλάρη τύπου τζαβάρι (jawari), δώδεκα συμπαθητικές και πέντε κύριες χορδές για το δοξάρι. Στην αρχή έφτιαξα χορδές από τρίχες, αλλά επηρεάζονταν πολύ από θερμοκρασία και υγρασία και ξεκούρδιζαν εύκολα. Τελικά, χρησιμοποίησα ίνες από πετονιά, σε διάφορα πάχη, που κρατάνε το κούρδισμα και δεν επηρεάζονται από τις καιρικές συνθήκες.
Το όργανο αυτό, λοιπόν, έχει τα βασικά χαρακτηριστικά μιας λύρας: 29 εκατοστά μήκος χορδής, νύχι στο αριστερό χέρι, δοξάρι στο δεξί, με τις χορδές να περνούν από τον καβαλάρη σε τρεις «ψυχές» που αγγίζουν τον κώνο, μεταφέροντας τον ήχο. Η πίεση ρυθμίζεται πολύ προσεκτικά, γιατί ο κώνος είναι λεπτός και δεν αντέχει όλη την πίεση των χορδών. Οι συμπαθητικές χορδές περνούν από κάτω με κλίση και μια μικρή μπάρα με βίδες ρυθμίζει την πίεση.
Από το 2012 ξεκινήσαμε μαζί να κατασκευάζουμε τέτοια όργανα εδώ στην Κρήτη.
Μέρος 5ο | Ο ήχος του Νακ Τάρχου (Nak Tarhu)




Βιογραφικό
Το ταξίδι του Ross Daly στις μουσικές του κόσμου είναι ταυτόχρονα μια πορεία ζωής. Γεννημένος στην Αγγλία από Ιρλανδούς γονείς, ταξιδεύει μαζί τους σε πολλές χώρες και σύντομα αναδύεται το βαθύ του ενδιαφέρον για τη μουσική. Το πρώτο του όργανο είναι ένα τσέλο, ενώ στα δώδεκά του, στην Ιαπωνία, ξεκινά τη μελέτη της κιθάρας. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 βρίσκεται στο San Francisco. Έχοντας βιώσει την κλασική πειθαρχία, αλλά και το κλίμα ελευθερίας και πειραματισμού της εποχής, έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τη μουσική παράδοση της Ανατολής, γεγονός που άλλαξε ριζικά τη ζωή του… Ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι’ αυτόν είχε η Ινδική κλασική μουσική, η οποία έτυχε να είναι η πρώτη μη δυτική παράδοση την οποία μελέτησε εμπράκτως. Στα χρόνια που ακολούθησαν ταξίδεψε εκτενώς, μελετώντας μια ποικιλία μουσικών οργάνων και παραδόσεων. Την εποχή αυτή δίνει έμφαση στη μουσική της Ινδίας και του Αφγανιστάν.
Το 1975 ταξίδεψε στην Κρήτη, την οποία είχε προηγουμένως επισκεφθεί για ένα σύντομο διάστημα το 1970 και το 1972, όπου είχε εντυπωσιαστεί πολύ από τη λύρα. Έπειτα από μία εξάμηνη περιήγηση από χωριό σε χωριό, όπου έρχεται σε επαφή με λαϊκούς μουσικούς, εγκαταστάθηκε στα Χανιά και ξεκίνησε να μελετά την κρητική λύρα με το μεγάλο δάσκαλο Κώστα Μουντάκη. Η μαθητεία του διήρκεσε πολλά χρόνια. Την ίδια περίοδο επισκεπτόταν συχνά την Τουρκία όπου μελέτησε την κλασική οθωμανική καθώς και την λαϊκή τουρκική μουσική. Έπειτα από αρκετά χρόνια εντατικής εκπαίδευσης σε διάφορες μουσικές παραδόσεις, το ενδιαφέρον του Ross Daly στρέφεται έντονα στη σύνθεση δίνοντας έμφαση στις διάφορες πηγές τις οποίες είχε μελετήσει. Σήμερα έχει κυκλοφορήσει περισσότερους από σαράντα δίσκους με συνθέσεις του, όσο και με δικές του διασκευές διαφόρων παραδοσιακών μελωδιών που είχε συγκεντρώσει κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του. Η Κρήτη εξακολουθεί να αποτελεί μία βάση για την προσωπική και τη μουσική του έρευνα, ενώ ταυτόχρονα ταξιδεύει σε όλον τον κόσμο δίνοντας συναυλίες με περιεχόμενο τη μουσική του.
Δεξιοτέχνης πολλών μουσικών οργάνων ο ίδιος, ο Ross Daly έχει συμπράξει επανειλημμένως με μεγάλους μουσικούς από όλο τον κόσμο δουλεύοντας μέσα στη
μουσική πειθαρχία των ανατολικών παραδόσεων, εξερευνώντας ταυτόχρονα νέες φόρμες και το δημιουργικό αυτοσχεδιασμό. Μεταξύ άλλων, παίζει κρητική λύρα, Αφγανικό ραμπάμπ, λαούτο, πολίτικη λύρα, σαράνγκι, ούτι, σάζι και ταμπούρ. Μοναδικός ως συνθέτης, ο Ross Daly χτίζει τις συνθέσεις του γύρω από τις λεπτές αποχρώσεις και τις ζωντανές συναντήσεις των διαφόρων ήχων των παραδόσεων που έχει μελετήσει. Η στενή προσωπική σχέση του με τους μουσικούς με τους οποίους συνεργάζεται είναι εξέχουσας σημασίας για τον ίδιο τον Daly, καθώς πιστεύει ότι αυτό το εσωτερικό δέσιμο είναι που δίνει ζωή στη μουσική. Ο μοναδικός ήχος της μουσικής του αντανακλά την προσωπική του φιλοσοφία, επηρεασμένη από την παράδοση των Σούφι, η οποία τονίζει την ιερή φύση της ίδιας της μουσικής, την τεράστια δύναμη που εμπεριέχει καθώς και την αναγκαιότητα, για αυτούς που ασχολούνται με αυτήν, να της παραδοθούν ανιδιοτελώς και ανεπιφύλακτα. Η διαδικασία αυτή έχει ως αποτέλεσμα μία υπερβατική και πνευματική μουσική εμπειρία, την οποία μοιράζονται οι μουσικοί με τους ακροατές και που δεν έχει την παραμικρή σχέση με τους σύγχρονους όρους “World music”και “Ethnic”. Η μουσική του Ross Daly προσφέρει κάτι που όλο και πιο δύσκολα βρίσκει κανείς στις μέρες μας: τη συνέχεια και την ενότητα. Το να γίνεται κανείς κοινωνός της ουσίας της μουσικής που δεν έχει κανένα φυσικό όριο, είναι μία μαγική εμπειρία πέρα από το χώρο και το χρόνο, ενώνοντας τη φυσική ροή των αρχαίων παραδόσεων με τις πιο σύνθετες ανάγκες του σύγχρονου ακροατή.
Ο Ross Daly έχει περισσότερους από 40 δίσκους στο ενεργητικό του, καθώς και πλήθος συμμετοχών στη δισκογραφία άλλων καλλιτεχνών, είτε ως συνθέτης, ως ερμηνευτής ή ως παραγωγός. Έχει εμφανιστεί στα μεγαλύτερα θέατρα και φεστιβάλ του κόσμου, όπως: Theatre de la Ville, Paris (1992, 1993, 2002, 2003, 2005), The Athens Concert Hall, Athens (1993), Festival of Jerusalem (1995), Luxembourg (1994), Passionskirche, Berlin (1994, 1995, 1996), Aarhus, Denmark (1997), Huset theatre, Ahlborg, Denmark (1995, 1996, 1997), Copenhagen, Denmark (1995-1997), Archaeological Museum Madrid (1998-1999, 2001), Festival of Murcia, Spain (1999), Cemal Resit Rey Conser Salonu, Istanbul (1997), Lycabettus Theatre, Athens (1987, 1991, 1993, 1998), Queen Elizabeth Hall, London (1998, 2000, 2002), WDR, Munich (1999), WDR Wuppertal (1992), Luxembourg (1992), Nuremberg (1992), Frankfurt (1992), Ancient Theatre of Epidaurus (1992, 1997), Carnegie Hall (2014), Mehrangarh Fort, Jodhpur, Rajasthan, India (2016, 2018), MIT Chapel, Boston (2019), Odeon of Herodes Atticus (2022), The Aga Khan Museum, Toronto (2022).
Σήμερα συνεχίζει να συνθέτει μουσική, να ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο δίνοντας συναυλίες με ποικίλα μουσικά σχήματα, και να διδάσκει σε σεμινάρια σχετικά με τη φρασεολογία των μακάμ, το δημιουργικό αυτοσχεδιασμό και τη σύνθεση μουσικής. Διευθύνει το Μουσικό Εργαστήρι “Λαβύρινθος” στο Χουδέτσι του Ηρακλείου Κρήτης, το οποίο σήμερα έχει παραρτήματα σε επτά χώρες της Ευρώπης. Έχει αναγορευθεί επίτιμος διδάκτορας του Τμήματος Μουσικών Σπουδών, της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

